Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Εξομολόγηση που οδηγεί τον έσω άνθρωπο σε ταπείνωση»
Στρέφοντας τα μάτια μου προσεκτικά εις τον εαυτό μου και παρακολουθώντας την πορεία της εσωτερικής μου καταστάσεως, πιστοποιώ από την πείρα μου, ότι δεν αγαπώ τον Θεό, ότι δεν έχω θρησκευτική πίστη και ότι είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια και υλοφροσύνη. Όλα αυτά τα βρίσκω εις τον εαυτό μου μετά από....
λεπτομερή εξέταση των αισθημάτων και της συμπεριφοράς μου.
1. Δεν αγαπώ τον Θεό. Αν αγαπούσα πραγματικά τον Θεό θα είχα συνεχώς την σκέψη μου εστραμμένη προς αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος. Κάθε σκέψη για τον Θεό θα μου έδινε χαρά και αγαλλίαση. Αντιθέτως, όμως, πολύ συχνότερα και πολύ ευκολότερα σκέφτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ενώ η απασχόληση της σκέψεως μου με τον Θεό καταντά εργασία επίπονη και ξερή. Εάν αγαπούσα τον Θεό, η συνομιλία μου με αυτόν, δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με οδηγούσε σε αδιάσπαστη επικοινωνία με Αυτόν. Όμως, όλως αντίθετα, όχι μόνο δεν ευρίσκω ευχαρίστηση εις την προσευχή μου, αλλά χρειάζεται κάθε φορά να καταβάλλω προσπάθεια για να προσευχηθώ. Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικιέμαι από την αμαρτωλότητα μου και είμαι πάντα πρόθυμος να καταπατώ με κάθε ανόητη σκέψη και πράγμα, ακόμη και κατά την ώρα της προσευχής, γεγονότα, που, όπως είναι φυσικό, μικραίνουν την προσευχή και απομακρύνουν την σκέψη από αυτήν. Ο καιρός μου περνά αχρησιμοποίητος ή μάλλον χρησιμοποιείται σε μάταιες απασχολήσεις, όταν δε απασχολούμαι με τον Θεό, όταν θέτω τον εαυτό μου κάτω από την παρουσία του, τότε κάθε ώρα μου φαίνεται πώς είναι ένας ολόκληρος χρόνος. Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο, το σκέφτεται όλη την ημέρα χωρίς διακοπή, διατηρεί συνεχώς την εικόνα του μέσα εις την καρδιά του, φροντίζει γι’ αυτό και σε καμιά περίπτωση το αγαπημένο του πρόσωπο δεν φεύγει από την σκέψη του. Εγώ, όμως ολόκληρη την ημέρα είναι ζήτημα αν ξεχωρίζω έστω και μιαν ώρα για να βυθισθώ σε εντρύφηση και θεία μελέτη, για να ζωογονήσω την καρδιά μου με την αγάπη μου προς Αυτόν, ενώ με ευκολία και ευχαρίστηση εξοδεύω τις είκοσι τρείς ώρες του ημερονυκτίου σαν μια θερμή προσφορά και θυσία εις τα είδωλα των διαφόρων παθών.
Ολοένα συζητώ για τιποτένια πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα κι αυτό μου δίνει ευχαρίστηση. Εις τις σκέψεις μου για τον Θεό, είμαι ξηρός, απρόθυμος και αμελής. Κι όταν ακόμη χωρίς να το θέλω, συμβαίνει ώστε άλλοι να με παρακινήσουν σε πνευματική συζήτηση, κοιτάζω να μετατρέψω το θέμα σε κάτι άλλο, πιο ευχάριστο εις τις επιθυμίες μου. Είμαι τρομερά περίεργος για κάθε μοντέρνο, για τα πολιτικά και για χίλια δύο άλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίηση εις την αγάπη προς τις κοσμικές γνώσεις, εις την επιστήμη, εις την τέχνη και θέλω όλο και περισσότερα αγαθά να αποκτήσω. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώση Αυτού και της θρησκείας, δεν μου κάνουν πολύ εντύπωση, ούτε ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μου. Όλα αυτά τα παραδέχομαι ότι είναι όχι μόνο ανούσια απασχόλησης για ένα χριστιανό, αλλ’ επί πλέον και ανωφελής.
Εάν η αγάπη προς τον Θεό είναι η τήρηση των εντολών του, όπως ο Χριστός είπε «εί αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», εγώ όχι μόνο δεν τηρώ τις εντολές του, αλλ’ ούτε καμιά προσπάθεια καταβάλλω να κατορθώσω την τήρηση τους. Έτσι είναι απόλυτη αλήθεια, την οποία εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι δεν αγαπώ τον Θεό. Επάνω σ’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: « Η απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεό και τον Χριστό, έγκειται εις το γεγονός ότι δεν τηρεί τας εντολάς του».
2. Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, θα ήταν δυνατόν να σκεφτώ και να αποφασίσω να δώσω και την ζωή μου γι’ αυτόν, εάν θα υπήρχε ανάγκη. Όχι όμως, αυτό μόνο δεν κάνω, αλλ’ ούτε και την παραμικρή θυσία είμαι διατεθειμένος να υποστώ γι’ αυτόν. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, σύμφωνα με την εντολή του Ευαγγελίου, οι λύπες του θα ήταν και δικές μου λύπες και οι χαρές του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπο μου, όπως εις το δικό του. Αντιθέτως όμως, ευχαριστούμαι να ακούω διάφορα άσχημα πράγματα γι’ αυτόν, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Το κάθε κακό τυχόν που ακούω για τον πλησίον μου, όχι μόνο δεν μου φέρνει στεναχώρια, αλλά μου δίνει ένα είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδας, ν’ ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνο δεν το σκεπάζω με αγάπη, αλλά το διατυμπανίζω όπου μπορώ με εσωτερική ικανοποίηση. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τα αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίνουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος όχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν την ψυχή μου περιφρόνησης και φθόνος για τον πλησίον μου.
3. Δεν έχω θρησκευτική πίστη. Ούτε εις την αθανασία, ούτε εις το Ευαγγέλιο, διότι εάν ήμουν τέλεια πεπεισμένος και επίστευα χωρίς αμφιβολία ότι μετά από τον τάφο ξανοίγεται η αιώνιος ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμουν συνεχώς αυτό χωρίς ανάπαυλα. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικά και θα εζούσα αυτήν την πρόσκαιρη ζωή σαν ένας ξένος και παρεπίδημος, που έχει πάντα εις τον νου του τη φροντίδα να αξιωθεί κάποτε να φθάσει εις την γλυκειά του πατρίδα. Αντίθετα όμως, εγώ ούτε καν σκέπτομαι για την αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωή μου σαν να πιστεύω ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπίνης υπάρξεως μου. Μέσα μου φωλιάζει υποσυνείδητα η σκέψις που συνοψίζεται εις το: ποιος ξέρει και ποιος είδε τα μετά θάνατον;
Όταν μιλώ για την αθανασία, το μυαλό μου συμφωνεί μ’ εκείνην, ενώ η καρδιά μου, πολύ απέχει από του να είναι πεπεισμένη γι’ αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τις πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωή των αισθήσεων. Εάν η διδασκαλία του Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδιά μου με την ανάλογη πίστη, θα είχα καταληφθεί από τον λόγο του Θεού και θα τον εμελετούσα, θ’ βρισκε δε η αφοσίωσις και η προσοχή την κατοικία της εις την ψυχή μου. Η προσοχή, η ευσπλαχνία, η αγάπη που κρύπτονται μέσα εις σ’ Αυτόν θα με οδηγούσαν εις την χαρά και την ευτυχία της μελέτης του Νόμου του Θεού νύχτα και ημέρα. Εις την μελέτη αυτήν θα εύρισκα τροφή πνευματική, τον επιούσιον άρτο της ψυχής μου και η καρδιά μου θα παρεκινείτο εις την τήρηση του.
Τίποτε εις τον κόσμο αυτόν δεν θάταν δυνατόν να να με αποτρέψει από τη εφαρμογή της εις την ζωή μου. Αντιθέτως όμως, όταν κάθε τόσο διαβάζω ή ακούω τον λόγο του Θεού, άν η ανάγκη ή η αγάπη προς την γνώση με ωθούν προς τούτο, τον παρακολουθώ χωρίς την δέουσα προσοχή και τον ευρίσκω τις περισσότερες φορές καταθλιπτικό ή χωρίς σπουδαίο ενδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εις το τέλος της μελέτης του χωρίς σπουδαία ωφέλεια και πάντα πρόθυμος να τον αλλάξω με ελαφρά αναγνώσματα που μου είναι πολύ ενδιαφέροντα και με ευχαριστούν.
Είμαι πλήρης από υπερηφάνεια και φιλαυτία. Όλες μου οι ενέργειες το βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εις τον εαυτό μου, επιθυμώ να το κάνω εμφανές ή να υπερηφανευτώ γι’ αυτό μπροστά σε άλλους ανθρώπους ή να το θαυμάσω μόνος μου εσωτερικώς. Αν και επιδεικνύω μιαν εξωτερική ταπεινοφροσύνη, την αποδίδω σε αποτελεσματικότητα της ιδικής μου δυνάμεως, θεωρώ δε τον εαυτόν μου ή ανώτερον από τους άλλους, ή τουλάχιστον όχι χειρότερο τους. Όταν ανακαλύπτω ένα σφάλμα μου προσπαθώ να το δικαιολογήσω και να το σκεπάσω, λέγοντας: Τι να κάνω; Έτσι είμαι φτιαγμένος, ή δεν πειράζει, κανείς δεν θα με παρεξηγήσει. Θυμώνω με όσους δεν δείχνουν εκτίμηση προς το πρόσωπο μου και τους πιστεύω ότι είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του άλλου. Αγάλλομαι για τα χαρίσματα μου, και όλες μου τις πτώσεις τις θεωρώ εντελώς προσωπικό μου ζήτημα. Ενώ είμαι μεμψίμοιρος, ευρίσκω ευχαρίστηση εις τις ατυχίες των εχθρών μου. Όταν αγωνίζομαι για κάτι καλό το κάνω με τον σκοπό ή να κερδίσω επαίνους, ή να δώσω κάποια ελαστικότητα εις τον πνευματικό μου εαυτό, ή να πάρω μια πρόσκαιρη παρηγοριά.
Με μια λέξη, συνεχώς κατασκευάζω ένα είδωλο του εαυτού μου προς το οποίο αποδίδω αδιάκοπες τις υπηρεσίες μου, φροντίζοντας με κάθε τρόπο για την ευχαρίστηση μου και την καλλιέργεια των παθών και των επιθυμιών μου. Πράττοντας όλα αυτά αναγνωρίζω τον εαυτό μου να είναι γεμάτος από υπερηφάνεια, από διάφορες σαρκικές επιθυμίες, από απιστία, από έλλειψη αγάπης προς τον Θεό και από κακία προς τον πλησίον μου. Ποια κατάστασις θα μπορούσε να υπάρξει πιο αμαρτωλή από αυτήν; Η κατάσταση των πνευμάτων του σκότους πρέπει να είναι καλύτερη από την ιδική μου. Εκείνα, αν και δεν αγαπούν τον Θεό, αν και μισούν τους ανθρώπους και τροφή τους είναι η υπερηφάνεια, μ’ όλα ταύτα πιστεύουν εις τον Θεό και φρίττουν. Εγώ όμως; Μπορώ να βρεθώ σε χειρότερη κόλαση από αυτήν που αντιμετωπίζω; Πώς δε δεν θα λάβω την πιο αυστηρή τιμωρία για την ανόητη και απρόσεκτη ζωή μου, την οποίαν αναγνωρίζω ότι ζω»;
Από το βιβλίο: «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού»
http://evaggelismostheotokou.imkby.com/
Tags:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου