Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011


ΑΠΑΤΗΛΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ
FRANK SCHAEFFER


       Τα αμαρτήματα της αίρεσης, του σχίσματος και της ανταρσίας δεν είναι νέα στην Εκκλησία της Ανατολής και της Δύσης. Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, έγραφε το 389 μ. Χ. : «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνονται ότι έχουν τον Χριστό. . . Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας, που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στον Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό» 1.
Μερικοί άνθρωποι στις ομολογιακές «Εκκλησίες» «εμφανίζονται επίσης ότι έχουν τον Χριστό». Αυτοί ίσως, επιζητώντας κάποια ειδική, σχεδόν μαγική εξουσία για τους εαυτούς τους2, εκλαμβάνουν την πολύ ειδική διδασκαλία του Ιησού για την Εκκλησία έξω από τη συνάφειά της και την προσαρμόζουν προσωπικά στους εαυτούς τους . Έτσι εξηγείται ο τρόπος, με τον οποίο ακούγεται μία πολύ θερμή προτεσταντική προσευχή: «Ω Κύριε, ερχόμαστε κοντά σου οι παρακαλούμε για τούτο και για κείνο. Δεσμεύουμε, Κύριε, τον ουρανό, ώστε αυτό που ζητούμε να γίνει εδώ στην ,γη διότι Συ είπες, όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι. . . »....
Σε μία τέτοια «προσευχή» υπάρχει ένα περίεργο λάθος. Η «προσευχή» αυτή είναι τόσο άσχετη, όσο, εάν κάποιος διάβασε τα ντοκουμέντα για τη ίδρυση της Αμερικής έξω από τη συνάφειά τους και άρχισε να δανείζεται διαπιστευτήρια της κυβερνητικής εξουσίας και να διανθίζει τους προσωπικούς του λόγους με φράσεις όπως οι ακόλουθες: «Εγώ, η Δικαστική εξουσία εντέλλομαι. . . » ή «Σ' αυτήν την περίπτωση η εισήγησή μου πέρασε από την πλειοψηφία και τώρα είναι νόμος» ή «Ασκώ βέτο σ' αυτή την πρόταση και ασκώντας την εξουσία που μου παραχωρήθηκε. . . » ή «Εν ονόματι του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών σε διατάσσω να πλύνεις τα πιάτα»...

Εάν κάποιος μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπο στις καθημερινές του συνομιλίες σίγουρα θα αμφιβάλλαμε για την διανοητική του υγεία. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς καλοπροαίρετους θρησκευτικούς ανθρώπους αφού δανείζονται με άκομψο τρόπο από τις Γραφές τα διαπιστευτήρια μιας ειδικής εξουσίας, που φανερά κρατήθηκε από τον ίδιο τον Χριστό για ολόκληρη την ιεραρχία της Εκκλησίας στην κανονική και μοναδική αποστολική της αυθεντία, ύστερα τα οικειοποιούνται. «Διότι αυτοί είναι πηγές χωρίς νερό, σύννεφα που περιφέρονται από την θύελλα. Διότι εκστομίζουν υπεροπτικούς λόγους γεμάτους ματαιότητα. . . Θα ήταν καλύτερα γι' αυτούς να μην είχαν γνωρίσει το δρόμο της δικαιοσύνης παρά, αφού τον γνώρισαν, να απομακρυνθούν από την άγια εντολή» (Β' Πε 2,1721).
       Στο βιβλίο των Πράξεων συναντούμε μία περίπτωση σύγχυσης παρόμοια μ' αυτήν που συμβαίνει στους σημερινούς προτεστάντες και Ρωμαιοκαθολικούς. Ορισμένοι Ιουδαίοι ηγέτες επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του Χριστού ωσάν να ήταν ένα μαγικό φυλαχτό, το οποίο θα τους έδινε αυτόματη δύναμη και εξουσία έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας. Αλλά, όπως ακριβώς οι σύγχρονες προτεσταντικές Ομολογίες αποτυγχάνουν σε κάθε σοβαρό έλεγχο ιστορικής αξιοπιστίας και ο Παπισμός αποτυγχάνει στον έλεγχο της αξιοπρόσεκτης ιστορίας, έτσι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία όπως διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων για την αποτυχία εκείνων, που χρησιμοποίησαν το όνομα του Ιησού έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας του.
«Τότε μερικοί από τους περιοδεύοντες ιουδαίους εξορκιστές επιχείρησαν να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου Ιησού επάνω σ' εκείνους, που είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντες• Σας εξορκίζουμε στο όνομα του Ιησού, τον οποίο κηρύττει ο Παύλος. Υπήρχαν δε και επτά παιδιά του Σκευά, ενός ιουδαίου ιερέα, που το έκαναν αυτό. Όμως το πνεύμα το πονηρό αποκρίθηκε και τους είπε «Τον Ιησού τον γνωρίζω και τον Παύλο τον ξέρω καλά, αλλά εσείς ποιοί είστε; Και ύστερα ο άνθρωπος, μέσα στον οποίο ήταν το πονηρό πνεύμα, όρμησε επάνω τους και αφού τους κατακυρίευσε τους ξευτέλισε, ώστε να φύγουν από το σπίτι εκείνο γυμνοί και τραυματισμένοι» (Πρξ 19, 1316).
H ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

       Η ιεραρχία, που εγκαθιδρύθηκε από τον Θεό στην ιστορική Εκκλησία μπορεί να ανιχνευθεί στην Ιερά Παράδοση καθώς επίσης και σε πολλά χωρία της Βίβλου, μεταξύ των οποίων Μθ. 16,18-19, Εφ 2,20 Ιω 21,15-17, Ιω 20,21-23 Α Τι 3,15 Απ 21,14, Πρξ 1,21-26, 8,14-18, 13,2. Οι πατέρες της Εκκλησίας, πολλοί από τους οποίους γράφουν διακόσια και πλέον χρόνια πριν η Καινή Διαθήκη αποτελέσει ένα σώμα, δίνουν την ομόφωνη μαρτυρία ΤΟΥΣ, για την Ορθόδοξη αντίληψη της κανονικής εκκλησιαστικής τάξεως. Το 95 μ. Χ. ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης, ο οποίος είχε γνωρίσει τους Αποστόλους και, όπως έλεγε ο Ευσέβιος, οι λόγοι των Αποστόλων «ηχούσαν ακόμη στ' αυτιά του», έγραψε: «Οι Απόστολοι μας κήρυξαν το ευαγγέλιο που παρέλαβαν από τον Ιησού Χριστό. . . Έτσι, ο Χριστός αποστάλθηκε από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Χριστό. . . Αυτοί κήρυτταν από τόπο σε τόπο την Βασιλεία του Θεού. . . Τους καλύτερους πιστούς, αφού τους δοκίμαζαν με το άγιο Πνεύμα, τους χειροτονούσαν επισκόπους και διακόνους για τους μελλοντικούς πιστούς»3.
Το 69 μ. Χ. ο άγιος Ιγνάτιος επίσκοπος Αντιοχείας, δεύτερος στη χρονική σειρά από τον απόστολο Πέτρο, έγραψε: «Να είστε πρόθυμοι να κάνετε το καθετί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, υπό την προεδρία του επισκόπου, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του Θεού. . . » 4.
Το 180 μ. Χ. ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, στο βιβλίο του, Κατά αιρέσεων, έγραψε: «Εμείς μπορούμε να απαριθμήσουμε εκείνους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ως επίσκοποι από τους Αποστόλους στις κατά τόπους Εκκλησίες καθώς και τους διαδόχους τους μέχρι τις ημέρες μας» 5. Όπως ο Ευσέβιος, έτσι και ο Ειρηναίος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Πολυκάρπου, διαδόχου του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, υπολόγισε τον ακριβή αριθμό των επισκόπων, που πέρασαν την εξουσία της Εκκλησίας στους διαδόχους τους από την εποχή των Αποστόλων. Και το έκανε αυτό, για να θεμελιώσει την ισχύ των διαπιστευτηρίων του. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ειρηναίος μπορούσε να προσβάλει με επιτυχία τους αιρετικούς των ημερών του και να αποδείξει ότι βρισκόταν έξω από τη νόμιμη κληρονομιά της Εκκλησίας.

Επομένως, εάν οι αιρετικοί τολμούσαν να πουν: «Ειρηναίε, με ποια εξουσία καταδικάζεις τη διδασκαλία μας ως ψεύτικη», αυτός δεν χρειαζόταν να απαντήσει: «Με τη δική μου» ή: «Με την προσωπική μου ερμηνεία στις Γραφές», αλλά μάλλον θα απαντούσε: «Με την εξουσία, με την οποία με περιβάλει ο Χριστός από τότε που χειροτονήθηκα και εντάχθηκα στην κατ' ευθείαν αδιάκοπη αποστολική συνέχεια, που φθάνει μέχρις αυτόν τον ίδιο τον Χριστό!». Θα μπορούσε ακόμη να απαντήσει ως εξής: «Διότι η διδασκαλία μου είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία των Αποστόλων, που διασώθηκε με την Ιερά Παράδοση και μεταδόθηκε αμετάβλητη με αξιοπιστία από τη μία γενεά στην άλλη!» .

Το μήνυμα της ιστορίας αυτής καθ' εαυτής, που αποτελεί ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα εναντίον της εγκατάλειψης της συνοδικής αυθεντίας των Αποστόλων από τους Ρωμαιοκαθολικούς και στην συνέχεια από τους Προτεστάντες, μπορεί να βρεθεί στα τρομακτικά αποτελέσματα του σχίσματος 
αυτά που προκλήθηκαν από όσους περιφρόνησαν την ιστορική Εκκλησία. Εμείς διαπιστώνουμε με ευκολία όλα αυτά τα αποτελέσματα παντού γύρω μας: στον ευτελισμό της λατρείας, στην εγκατάλειψη της ηθικής πειθαρχίας, της αυθεντίας και της ενότητας και σε μία φρικτά παραποιημένη «πνευματικότητα», η οποία αποτελεί μία βίαιη διείσδυση της αντιδραστικής εκκοσμίκευσης στην θρησκευυτικά πλουραλιστική μας κοινωνία.

Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ

     Υπάρχει μία αυταπάτη ακόμη και σ' εκείνους τους προτεστάντες, που αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς» ή «παραδοσιακούς» ή «ευαγγελικούς». Και αυτοί υποβίβασαν την πίστη σε μία εξατομικευμένη εμπειρία. Προχώρησαν μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να υποβαθμίσουν την πραγματικότητα της Εκκλησίας σε μία υποκειμενική ερμηνεία. Απ' αυτή την άποψη κάποιος ακούει συχνά τους Προτεστάντες να ρωτούν: «Λοιπόν, δεν είναι η Εκκλησία όλο το σώμα του Χριστού, αποτελούμενο από όλους τους ανθρώπους, που ονομάζονται χριστιανοί»; Άλλοτε να ομολογούν: «Η Εκκλησία ζη μέσα στην καρδιά μου. Δεν είναι ένας τόπος ή ένα πράγμα, αλλά η πίστη που έχω μέσα μου. Εγώ κουβαλώ την Εκκλησία μέσα μου». Επίσης να αποφαίνονται, «Η αποστολική διαδοχή είναι μία πνευματική διαδοχή». Τα ιστορικά κείμενα των πατέρων της ιστορικής Εκκλησίας αποκηρύττουν όλους αυτούς τους προσωποποιημένους ευσεβισμούς μ ένα ηχηρό «όχι! 7.

Εάν ο Χριστιανισμός είναι αληθινός, τότε η αλήθεια του υπάρχει ανεξάρτητα από τα αισθήματα μας γι αυτήν. Αυτή η αλήθεια θεμελιώνεται στην Ιστορία και όχι απλώς οι «θεολογικές» ιδέες ή σε υποκειμενικά συναισθήματα. Παρόμοια, εάν υπάρχει μία ιστορική Εκκλησία, αυτή δεν υπάρχει στις καρδιές μας, αλλά στην πραγματικότητα, στην ιστορία, στον τόπο και στο χρόνο, όπως ακριβώς ήταν ο Χριστός, όταν περπατούσε επάνω στη γη. Μ' αυτό το πρίσμα η Εκκλησία επάνω στη γη έχει προορισμό να είναι η κοινωνία, που εισάγει τον Χριστό μέσα στον πραγματικό κόσμο και όχι ένα προσωπικό αίσθημα εσωτερικού προσανατολισμού.

      Ας υποθέσουμε ότι ο Ιησούς έδωσε στον καθένα που ισχυρίζεται ότι είναι πιστός την εξουσία να δένει και να λύνει στους ουρανούς ότι είναι δεμένο ή λυμένο επάνω στη γη. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πιστός μπορούσε να ανακηρύξει τον εαυτό του ως μία νέα «εκκλησία». Τότε οι πιστοί χριστιανοί, που θα οδηγούνταν ενώπιον της Εκκλησίας, για να κριθούν ή να λύσουν τις θεολογικές και δογματικές τους διαφορές, θα μπορούσαν να αποδείξουν την όλη διαδικασία εντελώς άχρηστη απλώς και μόνον λέγοντας ότι: «Διαφωνώ με την απόφασή σας. Εγώ έχω το δίκαιο και σεις το άδικο. Το θέλημά μου στη γη είναι σύμφωνο με το θέλημα του ουρανού. Ο Ιησούς μου υποσχέθηκε προσωπικά πως οτιδήποτε αποφασίσω μαζί με δύο άλλους ομόφρονες φίλους αυτό θα υποστηριχθεί και από τον Θεό. Ποιος εξέλεξε εσάς; Αυτή είναι η δημοκρατία! Εγώ κρίνω ότι έχω δίκαιο και σεις άδικο. Ο Θεός θα με δικαιώσει, ενώ σεις τώρα κρίνεσθε και βρίσκεσθε ένοχοι. Το τάδε και τάδε εδάφιο της Γραφής λέγει. . . ».
Αυτό ακριβώς, στην πραγματικότητα κάνουν οι Προτεστάντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τη Μεταρρύθμιση μέχρι σήμερα. Τέτοιου είδους επιχειρήματα ακούει κανείς συχνά, τα οποία κατασκευάσθηκαν από τους προτεσταντοποιημένους και δημοκρατικοποιημένους Ρωμαιοκαθολικούς, ακόμη δε και από μερικούς εκκοσμικευμένους «Ορθοδόξους», που επιθυμούν να «εκδημοκρατίσουν» ή να «συγχρονίσουν» την ιστορική Εκκλησία ή να την κάνουν περισσότερο «κοσμική», «ανοιχτή» ή «σύγχρονη». Εμείς έχουμε είκοσι τρεις χιλιάδες προτεσταντικές Ομολογίες, για να μας δείξουν που οδηγεί αυτός ο τύπος του κριτικού ευσεβισμού, αυτή η ατομικιστική, η θεωρούμενη «αγιότερη από σένα» εκκοσμικευμένη και εντελώς υπεροπτική αντίληψη.

         Ο καθηγητής Steve Bruce σχετικά μ αυτήν τη βαθύτατη προτεσταντική επιθυμία γράφει: «Ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός μπορεί να αναγνωρισθεί αρκετά εύκολα. Είναι μία τάση, που θεωρεί τη λογική ως υπέρτατη δύναμη και θεολογεί ξεκινώντας από τις προτεραιότητες του κόσμου. Έτσι εμφανίζεται ως συνεχής παρόρμηση να εκσυγχρονίσει την Πίστη, να εγκαταλείψει τους ορισμούς των ιστορικών Συμβόλων και να συνδυάσει τη σκέψη και την πρακτική της Εκκλησίας με τις αντίστοιχες του κόσμου. . . Από πολλές απόψεις, ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός υπήρξε. . . μία προσπάθεια να δημιουργήσει ένα είδος Χριστιανισμού στηριγμένου στη διανόηση, εν όψει των μαζικών διαιρέσεων (Μεταρρύθμιση-Προτεσταντισμός) μέσα στο σώμα εκείνων, που ισχυρίζονταν ότι λάτρευαν τον ίδιο Θεό»8 . Όπως σημειώνει ο καθηγητής Bruce, οι διαφορές ανάμεσα στους «συντηρητικούς» και στους «φιλελεύθερους» Προτεστάντες είναι επιφανειακές. Και οι δύο απορρίπτουν εξ ίσου την αυθεντία της Ιστορικής αποστολικής Εκκλησίας, που θεμελιώθηκε από τον Χριστό. Χωρίς την καθοδήγηση της Ιεράς Παραδόσεως και οι δύο έμειναν σχεδόν μόνο στην ατομική κριτική και υποκειμενική μελέτη των Γραφών, επάνω στην οποία επιχειρούν να θεμελιώσουν ανταγωνιζόμενες θεολογικές και ηθικές αρχές. «Και οι δύο παρουσιάστηκαν σίγουροι ότι η αποκαλυπτόμενη αλήθεια του Θεού ήταν τόσο πλούσια και πλήρης όσο ποτέ πριν. . . » 9.

Με άλλα λόγια και οι δύο, οι «συντηρητικοί» και οι «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες, καυχώνται από μόνοι τους ότι προχωρούν πέρα από τα όρια, τα οποία θεωρούν ως περιττούς περιορισμούς της Ιεράς Παραδόσεως και της αποστολικής αυθεντίας, μέσα στον ουτοπικό κόσμο της ατομικής Βιβλικής ερμηνείας, της κοινωνικής μεταβολής, της χιλιαστικής ευημερίας και της ατομικής ελευθερίας, ο οποίος βασίζεται στην ιδέα του συνθήματος «Sola Scriptura»10.
Παρ όλα αυτά, οι Αναβαπτιστές έγιναν στο όνομα των Γραφών αναρχικοί, αφού ερεύνησαν τον Κόσμο και έλαβαν «μηνύματα» κατ' ευθείαν από τον Θεό, τα οποία τους έλεγαν να κάψουν τα περιουσιακά συμβόλαια στο όνομα ενός νέου, βελτιωμένου, πρωτοπόρου στους αγώνες της ισότητας Χριστιανισμού. Εξ άλλου η Γραφή έπεισε τους Κουάκερους να εγκαταλείψουν το Βάπτισμα και τη θεία Ευχαριστία και να αντικαταστήσουν το μυστήριο του εκκλησιαστικού γάμου με τον πολιτικό, πρόχειρο γάμο χωρίς καμμία ιερότητα. Οι σύγχρονοι άπληστοι τηλε «ευαγγελιστές» βρίσκουν μέσα από τη Γραφή εδάφια, με τα οποία προκαλούν σύγχυση στους ανθρώπους, για να παίρνουν τα χρήματά τους. Στη Βίβλο επίσης βρήκε τα επιχειρήματα του ο David Kresh, για να πείσει τους οπαδούς του να τον υπακούσουν μέχρι του σημείου να πυρπολήσουν τους εαυτούς τους και να πεθάνουν στο Δαυϊτικό Συγκρότημα στο Waco του Texas στις 19 Απριλίου 1993. Η Βίβλος ακόμη αποτελεί το κυριότερο όργανο μαρτυρίας, με το οποίο οι Μορμόνοι δημιουργούν σύγχυση σε απληροφόρητους Προτεστάντες, ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους χριστιανούς, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν τον Χριστιανισμό και να συνδέονται με την οργάνωσή τους, που έχει την αρχή της μόλις στον δέκατο ένατο αιώνα. Και οι «φιλελεύθεροι» εκκοσμικευμένοι ηγέτες του «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών», οι οποίοι κάποτε βρίσκονταν σε συμπαιγνία με τους κομμουνιστές διώκτες των χριστιανών, συχνά παραπέμπουν στη Βίβλο, για να δικαιολογήσουν τις καταναγκαστικές, ουτοπικές πολιτικές τους σταυροφορίες.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 

      Στις μέρες μας οι γεμάτοι σύγχυση αλλά καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα Προτεστάντες όλων των ομολογιακών Δογμάτων, έχοντας ελάχιστη ή καθόλου ιστορική θεμελίωση, εκλαμβάνουν τη Γραφή, με άλλα λόγια τη δική τους ερμηνεία της αγίας Γραφής, ως τη μοναδική πηγή της πνευματικής αυθεντίας. Αντικαθιστούν την ιστορική Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας με τους εαυτούς τους. Κάθε άτομο γίνεται για τον εαυτό του «οικουμενική σύνοδος», «επίσκοπος» και «ιερέας». Ο καθένας είναι και ένας νόμος για τον εαυτό του, καθώς διαβάζει τη Βίβλο και διακηρύττει: «Μου μιλάει ο Θεός». Αυτή η θέρμη της εξατομικευμένης πίστης εξασκείται έξω από το πλαίσιο της ιστορικής Εκκλησίας. Ο κάθε Προτεστάντης ισχυρίζεται ότι στηρίζει τις δικές του ιδέες, οι οποίες συχνά είναι αντικρουόμενες μεταξύ τους, «στη Γραφή». Η πολεμική ιαχή «Sola Scriptura» συχνά αποδεικνύεται να μην είναι τίποτε περισσότερο από τον πρώτο στίχο του προτεσταντικού τραγουδιού: «Έκανα τη Γραφή ζωή μου».
Δυστυχώς οι Προτεστάντες δεν μελετούν τη Γραφή μέσα στη συνάφεια της χριστιανικής ιστορίας. Συνήθως τη μελετούν τελείως αποκομμένη από την ιστορική, λειτουργική και πνευματική ζωή. Και όμως η ιστορική Εκκλησία είναι αυτή από την οποία προήλθε και η Βίβλος. Αυτή μόνη μας παρέχει το πλαίσιο-κλειδί, για ν' αρχίσουμε να κατανοούμε το νόημα των Γραφών. Και μόνο με το πλαίσιο της ζωντανής συνέχειας της μυστηριακής ζωής, μέσω του οποίου όλοι οι χριστιανοί σ' όλους τους αιώνες ενώνονται σε μία οικογένεια, το Ευαγγέλιο ζωντανεύει και παίρνει την πρέπουσα θέση του11.

Η εγωκεντρική, προτεσταντικού τύπου «πνευματικότητα», η οποία αγνόησε τη σοφία των αιώνων πληρώθηκε πολύ ακριβά. Οι Προτεστάντες, «συντηρητικοί» και «φιλελεύθεροι», δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν ούτε και μεταξύ τους για το τι «λέει» η Βίβλος. Η επανάσταση που ξεκίνησε με την ιαχή «έξω οι επίσκοποι, μόνη η Γραφή!» κατέληξε στην αναγνώριση ότι η Βίβλος έξω από το πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως, της θείας Λειτουργίας, της μυστηριακής λατρείας και της προσευχής, «σημαίνει» αυτό που θέλει ο καθένας να σημαίνει.

Κατά τραγική ειρωνεία οι Προτεστάντες θεολόγοι εμφανίζονται ως πατέρες της κριτικής ανάλυσης των κειμένων. Είναι αυτοί που εγκατέλειψαν και τα δύο, το ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, απ' όπου προήλθε η Γραφή. Ο σύγχρονος Προτεσταντισμός κατέστησε το κείμενο της Γραφής ακατανόητο έξω από ατομικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Και έτσι ο κύκλος της υποκειμενικότητας συμπληρώθηκε. Η πίστη τώρα έχει προσωποποιηθεί σε «αναγεννητική εμπειρία». Η Εκκλησία «ζη μέσα στις καρδιές μας», τα Μυστήρια είναι «μόνον σύμβολα» και, σε τελική ανάλυση, το «μήνυμα» της Βίβλου αποδεικνύεται ένα μήνυμα, που «ακούγεται» στο εσωτερικό κάποιων επιπόλαιων, όταν μυστικές φωνές «αποκαλύπτουν» πράγματα, που κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει.

Σύμφωνα με την ιστορική Εκκλησία, πριν μελετήσουμε τη Βίβλο, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: «Σε ποιους απευθύνθηκαν αυτές οι αλήθειες; Σε ποιο πλαίσιο λέχθηκαν; Τι προηγήθηκε από αυτές; Τι έγινε μετά;» Και το πιο σημαντικό απ' όλα: «Πως αυτές οι διδασκαλίες ερμηνεύθηκαν από τους πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι βρέθηκαν τόσο κοντά στην πηγή και σε πολλές περιπτώσεις γνώρισαν τους ίδιους τους Αποστόλους;»
Εμείς πρέπει να ρωτήσουμε πως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τη Βίβλο μέσα στο πλαίσιο της μυστηριακής λειτουργικής λατρείας μάλλον παρά σαν μία εγωκεντρική εξάσκηση στη «μελέτη της Βίβλου». Δυστυχώς πολλοί καλοπροαίρετοι χριστιανοί φαίνεται να διαβάζουν τη Βίβλο τους σαν ένα απλό προσωποποιημένο, «λατρευτικό» ή «θεόπνευστο» βιβλίο και όχι σαν το βιβλίο της αλήθειας που πρέπει να ερμηνευθεί με συνέπεια υπό το φως της αγίας αποστολικής Παραδόσεως, των Μυστηρίων, της θείας Λειτουργίας και της Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Φαίνεται να πιστεύουν με προκατάληψη ότι κάθε εδάφιο, κάθε λέξη και γραμμή, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο και εκτός αυτού, σωστά μεταφρασμένο ή όχι, ως ιστορία εννοούμενο ή ως αλληγορία, απευθύνεται σ' αυτούς προσωπικά με κάποιο μαγικό τρόπο. Η Εκκλησία πιο ειδικά παρατήρησε ότι η μελέτη της Βίβλου χωρίς προσευχή και έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής μυστηριακής λατρείας, όπως δίδαξε ο Ευάγριος ο μοναχός είναι «θεολογία των δαιμονίων».

      Αυτό το είδος της πνευματικά υπεροπτικής, αντικοινωνικής και «παρορμητικής» μελέτης της Βίβλου, χωρίς ενδιαφέρον για την ιστορία, τη λειτουργική λατρεία, το πλαίσιο ή την ερμηνεία από την ιστορική Εκκλησία, την υποβιβάζει σε μία προσωποποιημένη «γλυκανάλατη» ιστορία, όχι πολύ διαφοροποιημένη από τις συμβουλές των αστρολόγων, που δημοσιεύονται καθημερινά στις λαϊκές εφημερίδες.
          Τέτοιου είδους λατρευτικά «αστρολογικά» κείμενα χρησιμοποιούν τη Γραφή όχι ως το βιβλίο της αλήθειας, της ιστορίας, της τυπολογίας, του μυστηρίου και της πνευματικότητας, μαζί με μία μακρά και διακεκριμένη ιστορία της έγκυρης ερμηνείας, αλλά μάλλον σαν είδος τυχερού παιχνιδιού, με το οποίο παίρνουμε προσωπικά και μαγικά μηνύματα. Νομίζω ότι το κίνητρο γι' αυτού του είδους την «αστρολογική» άποψη της «Βιβλικής μελέτης» και γι' αυτού του είδους την «προσευχή», που τη συνοδεύει, είναι το ίδιο με εκείνο που οδηγεί δεκάδες χιλιάδες παραπλανεμένους πνευματιστές στα μέντιουμ και στους χειρομάντεις. Πρόκειται για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής Πίστεως. Αυτό ίσως αποτελεί πράγματι το τελειωτικό χτύπημα στους ισχυρισμούς της ιστορικότητας του Χριστιανισμού. Είναι το είδος της «Βιβλικής μελέτης», το οποίο ο Ρουσσώ και οι Ρομαντικοί θα είχαν σίγουρα επιδοκιμάσει. Είναι επίσης η πιο καταραμένη μαρτυρία, που διαθέτουν οι κοσμικοί χλευαστές. Η «Βιβλική Χριστιανοσύνη» είναι μία παράλογη θρησκεία για τους συναισθηματικά ασταθείς και αφελείς.
Το χειρότερο απ' όλα, μία τέτοια προσωποποιημένη, υποκειμενική προσέγγιση της Βίβλου απομακρύνει τη μελέτη της από το πλαίσιο της κοινότητας των πιστών. Όταν η Βίβλος μελετάται έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας, όταν ο κάθε ένας περιμένει ο Θεός να απευθυνθεί σ' αυτόν ατομικά, τότε η άσκηση αυτού του είδους της θρησκευτικότητας υποβαθμίζεται στο επίπεδο της περισσότερο ιδιοτελούς άσκησης, πολύ κοινότυπης στον εγωκεντρικό μας κόσμο.
Κατά τραγική ειρωνεία μερικοί Προτεστάντες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, πού αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς», ενώ εξυμνούν το «αλάθητο της Βίβλου» και πιστεύουν ότι οι ίδιοι με ειλικρίνεια «προσβλέπουν στη Βίβλο» ως τη «μόνη πηγή» πνευματικής καθοδήγησης γι' αυτούς, παρ' όλα αυτά, ερμηνεύοντας τα εδάφια έξω από το ιστορικό πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως και της λειτουργικής λατρείας βεβηλώνουν τη ίδια τη Βίβλο. Επομένως, απ' αυτή την άποψη οι συντηρητικοί Προτεστάντες δεν είναι καθόλου λιγότερο φιλελεύθεροι από τους φιλελεύθερους, πού αυτοί οι ίδιοι έντονα καταγγέλλουν και απεχθάνονται. Και οι δύο κατορθώνουν να υποβαθμίσουν δραστικά την ιστορική αυθεντία της Βίβλου στο μηδέν, καθώς την μετατοπίζουν έξω από το πλαίσιο της κοινότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
          Ας θυμηθούμε τις ρίζες αυτού του τύπου της υποκειμενικής ερμηνείας, πηγαίνοντας πίσω, στην πρώτη αρχή της προτεσταντικής ανταρσίας. Ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν εκείνος, πού ήθελε να απορρίψει ορισμένα βιβλία της Γραφής, αυτά πού δεν συμφωνούσαν με τη δική του προσωπική, υποκειμενική θεολογία. Σ' αυτά συμπεριλαμβάνονταν οι Α' και Β' επιστολές του 'Ιωάννου, η επιστολή του Ιακώβου και η Αποκάλυψη. Επίσης ο Καλβίνος ήταν εκείνος πού στο έργο του Institutiones έγραψε ότι μάλλον τα ενστικτώδη αισθήματα παρά η συμφωνία της Πίστεως αποτελούν τις ερμηνευτικές αρχές, με τις οποίες πρέπει να αντικατασταθεί η Ιερά Παράδοσις.
Ακριβώς όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος είχε το θράσος να προσθέσει λέξεις στη γερμανική του μετάφραση και να εισηγηθεί την απάλειψη ολοκλήρων βιβλίων της Βίβλου, έτσι και οι σημερινοί Προτεστάντες συνεχίζουν την ανίερη αναρχία με περισσότερη προσωπική βιβλική μελέτη, η οποία είναι συγχρόνως και απομακρυσμένη τη συνάφεια της μυστηριακής κοινής λατρείας. Αυτό έχει ως συνέπεια οι Προτεστάντες να παρερμηνεύσουν συστηματικά τα εδάφια, πού αναφέρονται στις θεραπείες, στην ευημερία, στην εξουσία και στην ιερατική ευλογία. Τυφλωμένοι από τη λανθασμένη, αυτοεπιχειρούμενη «μελέτη της Βίβλου», όπως εκείνη, για την οποία ο Καλβίνος έλεγε ότι ήταν προτιμότερη από την εξάρτηση της Ιεράς Παραδόσεως, οι Προτεστάντες προχώρησαν πολύ πιο πέρα από την ιστορική Χριστιανοσύνη. Πραγματικά, πολλοί απ' αυτούς απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το πλαίσιο της εκκλησιαστικής υπευθυνότητας, ώστε είναι πολύ δύσκολο ακόμη και να αρχίσει να εξηγεί κανείς σ' αυτούς πώς ότι πιστεύουν τώρα μοιάζει πολύ λίγο με την πίστη ή τη λατρεία της ιστορικής Εκκλησίας.



1. St. Ambrose of Milan, Commentary on the Gospel of Luke, (389 μ. Χ) 1304, The Faith of the Early Fathers, σ. 163
2. Μερικές φορές αυτό φθάνει στα άκρα, όπως στην περίπτωση των αιρέσεων του Jonestown και του Waco του Τέξας και των τραγωδιών που επακολούθησαν. (Σημ. Μεταφρ. : Στην πρώτη απ' αυτές, το 1979, 900 περίπου οπαδοί της αιρέσεως του Jonestown, ανάμεσα στους οποίους και παιδιά, πήραν δηλητήριο κατά παραγγελίαν του αρχηγού τους και πέθαναν ομαδικά. Στη δεύτερη το 1993 περίπου 100 οπαδοί του Davinson κατέβρεξαν με πετρέλαιο το συγκρότημα τους και αυτοπυρπολήθηκαν).
3. Κλήμεντος Ρώμης, Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 42, ΒΕΠ 1,29-30.
4. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Μαγνησιείς, 6,1, ΒΕΠ 2,269.
5. Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως( μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη 3.3.1. σ. 191.
6. Αυτή είναι η γραμμή, που ακολουθεί ο άγιος Μάξιμος. «Ως ομολογητής και θεολόγος ο Μάξιμος ήταν υποχρεωμένος να διατηρήσει, να προστατεύσει και να υπερασπιστεί τη διδασκαλία, η οποία είχε παραδοθεί από τους πατέρες, διότι να ομολογήσω με την καρδιά και το στόμα σημαίνει να επιβεβαιώσω ό,τι οι πατέρες μας δίδαξαν (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 12η Προς Ιωάννην Κουβικουλάριον, 12, PG 91,465). Επομένως σε κάθε θεολογικό επιχείρημα ήταν ανάγκη να προβάλει τη φωνή των πατέρων ως απόδειξη για την πίστη της Εκκλησίας (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 13η Προς Πέτρον Ιλλούστριον, PG 91, 532)», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 8.
7. «Να μην προξενήσεις σχίσμα. Μάλλον να φέρεις ειρήνη ανάμεσα σ' αυτούς που αντιμάχονται. . . Να τηρήσεις ό,τι παρέλαβες χωρίς να προσθέσεις τίποτε σ' αυτό άλλ' ούτε και να αφαιρέσεις κάτι», Διδαχή (140 μ. Χ), 4,3 και 13.
8. Steve Bruce, A House Divided, a. 102-118.
9. Αυτόθι, σ. 103.
10. Απ' αυτήν την άποψη το έργο των Προτεσταντών του εικοστού αιώνα στην πολιτική και θρησκευτική Δεξιά, όπως των Carl Henry, J. Packer και άλλων, είναι τόσο αντιιστορικό, όσο και η θεολογία της προτεσταντικής Αριστεράς. Από το άλλο μέρος, οι υπό συζήτηση συγγραφείς, οι οποίοι τελικά είναι «συντηρητικοί» στις λεπτομέρειες της κριτικής τους, μπορούν μόνον να επιστρέψουν στο, «Νομίζω» ή, «Η Βίβλος λέγει», και ποτέ στο, «Αυτό είναι εκείνο που πάντοτε δίδασκε η Εκκλησία». Όταν οι Προτεστάντες κάνουν αναφορά στην εκκλησιαστική ιστορία ή παραπέμπουν σ' έναν εκκλησιαστικό πατέρα, τίθεται το ερώτημα, γιατί αυτοί αισθάνονται την ανάγκη να υποστηρίξουν τα θεολογικά τους επιχειρήματα, εάν «μόνη η Γραφή» (Sola Scriptura) αρκεί;

11. «Τι είναι η Αγία Γραφή; Μήπως είναι ένα βιβλίο, όπως κάθε άλλο, που προορίζεται για τον τυχαίο αναγνώστη, ο οποίος αναμένεται να συλλάβει αμέσως το ορθό κατάλληλο μήνυμα του; Μάλλον, είναι ένα ιερό βιβλίο που απευθύνεται πρωτίστως στους πιστούς. . . Ο άγιος Ιλάριος το διατύπωσε αυτό με έμφαση: Το πρόβλημα της Γραφής δεν εντοπίζεται στην ανάγνωση άλλα στην κατανόηση. Υπάρχει λοιπόν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στη Βίβλο, όταν αυτή εκληφθεί ως όλον, ως ένα βιβλίο; Και πάλι, εάν ναι, σε ποιόν απευθύνεται αυτό το μήνυμα; Στα άτομα, που είναι σε θέση να κατανοήσουν το βιβλίο και να εκθέτουν το μήνυμα του; Ή μήπως στην κοινότητα και στα άτομα, μόνον εφ' όσον αυτά είναι μέλη της κοινότητας; Οποιαδήποτε κι αν υπήρξε η προέλευση των κειμένων, που περιέχονται στην αγία Γραφή, είναι φανερό ότι το βιβλίο ως όλον ήταν μία δημιουργία της κοινότητας (Εκκλησίας) τόσο στην Παλαιά Οικονομία, όσο και στην χριστιανική Εκκλησία. Η Βίβλος δεν είναι με κανένα τρόπο μία πλήρης συλλογή όλων των διαθέσιμων ιστορικών, νομοθετικών και λατρευτικών κειμένων, αλλά μία συλλογή κάποιων αυθεντικών και έγκυρων από τη χρήση (πρώτα απ' όλα την λειτουργική) στην κοινότητα, και τελικά με την κανονική αυθεντία της Εκκλησίας. . . Το μήνυμα είναι θειο,
προέρχεται από τον Θεό είναι ο Λόγος του Θεού. Όμως, αυτή που αναγνωρίζει τον Λόγο, όταν ομιλεί και βεβαιώνει την αλήθεια του, είναι η κοινότητα. Ο ιερός χαρακτήρας της Βίβλου επιβεβαιώνεται με την πίστη. Η αγία Γραφή ως βιβλίο συντάχθηκε μέσα στην κοινότητα με πρωταρχικό σκοπό τη διαπαιδαγώγηση της. Η αγία Γραφή και η Εκκλησία δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η Βίβλος και η Διαθήκη βρίσκονται μαζί και η Διαθήκη προϋποθέτει την ύπαρξη λαού. Σ' αυτόν το λαό της Διαθήκης δόθηκε ο Λόγος του Θεού στην Παλαιά Οικονομία (Ρω 3,2), και η Εκκλησία του σαρκωθέντος Λόγου είναι εκείνη που διαφυλάσσει το μήνυμα της βασιλείας του Θεού. Η Βίβλος είναι πράγματι ο Λόγος του Θεού, αλλά το βιβλίο αυτό στέκεται με την μαρτυρία της Εκκλησίας. Ο κανόνας της αγίας Γραφής καθορίζεται τελικά και εγκρίνεται από την Εκκλησία. . . Η θέση του Τερτυλλιανού για τις Γραφές είναι χαρακτηριστική. Αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να συζητήσει τα αντιμαχόμενα ζητήματα της Πίστεως με τους αιρετικούς επάνω σε Βιβλική βάση. Γι' αυτόν οι Γραφές άνηκαν στην Εκκλησία. Η προσφυγή των αιρετικών σ' αυτές ήταν παράνομη. Αυτοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε ξένη περιουσία. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα στην περίφημη πραγματεία του, De praescriptione haereticorum. Ένας άπιστος δεν έχει πρόσβαση στο μήνυμα, απλώς επειδή δεν το δέχεται. Γι' αυτόν

δεν υπάρχει μήνυμα στην αγία Γραφή», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία. Παράδοσις,. σ. 911.
http://egolpio.wordpress.com/

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου